Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας – Ιούλιος 2012 (Κλιμάκιο Α)

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α παρέδωσε προς φύλαξη στην ΑΕ «Β» πολύτιμο πίνακα λόγω προσωρινής αναχωρήσεώς του στην αλλοδαπή. Ο Γ, τον οποίο η Β έχει προστήσει στην υπηρεσία της, εκποίησε τον πίνακα προς τον φιλότεχνο Δ. Μετά την επιστροφή του στη χώρα ο Α ζήτησε από τη Β την απόδοση του πίνακα, κάτι το οποίο δεν κατέστη δυνατό λόγω της εκποιήσεως. Πληροφορηθείς τα πραγματικά γεγονότα, ο Α άσκησε διεκδικητική αγωγή κατά του Δ με αίτημα να καταδικαστεί να του αποδώσει τον πίνακα, τον οποίο είχε λάβει από τον Γ. Ο Δ αμυνόμενος ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης και επικουρικώς ως νομικώς αβάσιμης, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων δεν ισχυρίζεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος, δηλαδή ο Δ, ήταν κατά την παράδοση της νομής από τον Γ κακής πίστης. Ο Α ανταπάντησε με τις προτάσεις ότι ο Δ ήταν εκείνος που όφειλε να επικαλεστεί την καλή του πίστη. Το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη λόγω μη ασκήσεως εφέσεως.

Στη συνέχεια ο Α άσκησε αγωγή αποζημιώσεως στο αρμόδιο δικαστήριο κατά της Β και του Γ. Στην αγωγή αναφέρεται η συμφωνία για τη φύλαξη του πίνακα, η αδυναμία αποδόσεως, η εκποίηση από τον Γ, η ιδιότητα του Γ ως προστηθέντος και η ύπαρξη δόλου, άλλως αμελείας του Γ. Πριν από τη συζήτηση της αγωγής, που επιδόθηκε κανονικώς, αποθνήσκει ο Γ, χωρίς το γεγονός αυτό να γνωστοποιηθεί στο δικαστήριο. Κατά τη συζήτηση της αγωγής τους εναγομένους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ε, που είχε λάβει εγκαίρως πληρεξουσιότητα και από τους δύο εναγομένους (Β και Γ). Εκδίδεται απόφαση που κάνει πλήρως δεκτή την αγωγή. Διαπιστώνει βαριά αμέλεια του Γ με ρητή αναφορά στην ύπαρξη αδικοπραξίας. Για τον λόγο αυτό κηρύσσεται, κατ’ αποδοχή σχετικού αιτήματος, η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή (άρθρο 908 ΚΠολΔ). Η απόφαση επιδίδεται με πρωτοβουλία του Α στον πληρεξούσιο δικηγόρο Ε, που ασκεί έφεση για λογαριασμό της Β. Έφεση, όμως, ασκεί και ο ίδιος ο Α, επειδή θεωρεί ότι ο Γ ενήργησε δολίως. Περαιτέρω, αμυνόμενος ο Α κατά της εφέσεως της Β, ισχυρίζεται ότι είναι απαράδεκτη, επειδή η έφεση δεν ασκήθηκε και από τη διάδικο πλευρά του Γ ή από τους κληρονόμους του Γ, του οποίου πληροφορήθηκε εν τω μεταξύ τον θάνατο. Σε κάθε περίπτωση η διάδικος πλευρά του Γ δεν έχει κληθεί στην κατ’ έφεση δίκη. Η Β θεωρεί τον ισχυρισμό αβάσιμο.

Ερωτάται

1. Έκρινε ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με την αγωγή του Α κατά του Δ; Πώς χαρακτηρίζετε από δικονομικής απόψεως τα εκατέρωθεν προβληθέντα στη δίκη μεταξύ Α και Δ;

2. Ο Α μπορεί να επανέλθει με νέα αγωγή ενόψει του αποτελέσματος της δίκης;

3. Θα έπρεπε, με βάση το πρακτικό, να είχε επηρεάσει δικονομικά ο θάνατος του Γ το παραδεκτό της συζητήσεως της αγωγής; Η απόφαση που εκδίδεται στη συνέχεια είναι υποστατή και μη ελαττωματική;

4. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκανε δεκτή με τη δοθείσα αιτιολογία την αγωγή του Α κατά της Β και του Γ, αποφάνθηκε για όλες τις αξιώσεις του Α και της Β που απορρέουν από το ιστορικό της αγωγής;

5. Η επίδοση της απόφασης στον δικηγόρο Ε έθεσε σε κίνηση την προθεσμία για άσκηση εφέσεως για την πλευρά του Γ;

6. Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του Α ότι την έφεση έπρεπε να την ασκήσει και η διάδικος πλευρά Γ; Πώς συνδέονταν στην πρωτόδικη δίκη οι Β και Γ;

7. Έχει έννομο συμφέρον ο Α για άσκηση εφέσεως με λόγο εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να είχε δεχθεί δόλο και όχι αμέλεια του Γ;

Θέμα 2

Ιστορικό

Ο Α χορήγησε στην ΕΕ «Ε» δάνειο ποσού 100.000 ευρώ, το οποίο ήταν αποδοτέο στις 30.5.2012. Την εμπρόθεσμη καταβολή του δανείου εγγυήθηκε ο Ζ. Το δάνειο δεν εξοφλήθηκε κατά τη λήξη του και ο Α άσκησε αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά της Ε με αίτημα την καταβολή του δανεισθέντος ποσού. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ο Α, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, προσκόμισε την έγγραφη σύμβαση δανείου, ενώ η Ε ισχυρίσθηκε ότι το δάνειο δεν ήταν ληξιπρόθεσμο, διότι συμφωνήθηκε προφορικά η παράταση της λήξης του δανείου κατά τρία (3) έτη. Για το ζήτημα της παρατάσεως της λήξης του δανείου κατέθεσε ο μάρτυρας Μ. Το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή. Κατά της αποφάσεως άσκησε έφεση επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο της μαρτυρικής κατάθεσης του Μ. Κατά τη δίκη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρεμβαίνει υπέρ της Ε ο Ζ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει την έφεση της Ε ως παραδεκτή και την απορρίπτει ως ουσία αβάσιμη. Ο Ζ ασκεί αίτηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, χωρίς ωστόσο να επιτύχει αναστολή της εκτελεστότητάς της.

Κατόπιν τούτου ο Α επισπεύδει, με τίτλο εκτελεστό την πρωτόδικη απόφαση, αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο, ομορρύθμου εταίρου της Ε. Έπειτα από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση στον Ο και την τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 926 παρ. 1 ΚΠολΔ, επιβάλλει κατάσχεση σε ακίνητό του.

Είκοσι ημέρες μετά την επιβολή της κατασχέσεως ο Ο ασκεί ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της επιβληθείσας κατασχέσεως, προβάλλοντας ως λόγους ανακοπής την ακυρότητα της επιδόσεως της επιταγής προς εκτέλεση, καθώς και την εικονικότητα της συμβάσεως δανείου.

Ερωτάται

α) Πώς χαρακτηρίζετε δικονομικά τον ισχυρισμό της Ε σχετικά με τη συμφωνία παρατάσεως του δανείου;

β) Εξετάστηκε παραδεκτώς ο Μ ως προς την παράταση της λήξεως του δανείου;

γ) Ασκείται παραδεκτώς η αίτηση αναιρέσεως του Ζ;

δ) Επισπεύδεται παραδεκτώς αναγκαστική εκτέλεση κατά του Ο;

ε) Είναι παραδεκτοί οι λόγοι ανακοπής του Ο;

ζ) Εάν, έπειτα από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης μεταξύ Α-Ε, ο Ζ ασκήσει αγωγή κατά του Α με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως δανείου λόγω εικονικότητας, το δικαστήριο θα ελέγξει τη βασιμότητα της αγωγής;

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Εφαρμογές Πολιτικής Δικονομίας
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΛ 2012 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.