Ιούνιος 2010 (Κλιμάκιο Α΄)
Ιστορικό
Ο Α παρουσιάζεται στον φύλακα χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων ως εξουσιοδοτημένος από τον Β, ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου (αξίας 80.000 ευρώ), το οποίο τελικά παίρνει φεύγοντας. Στη συνέχεια τηλεφωνεί στον Β και του λέει ότι, αν δεν του δώσει 30.000 ευρώ, θα του καταστρέψει το αυτοκίνητο και θα το δώσει για ανταλλακτικά. Ο Β, σε συνεννόηση με την αστυνομία, αφήνει φάκελο με χρήματα στον Α· τα χαρτονομίσματα όμως είναι προσημειωμένα, με αποτέλεσμα, όταν ο Α παραλαμβάνει τον φάκελο, να τον συλλάβουν οι αστυνομικοί. Επειδή εκνευρίστηκε πολύ με αυτό, ο Α δίνει εντολή στον Γ να σπάσει στο ξύλο τον Β μέχρι να τον αφήσει ανάπηρο. Ο Γ παίρνει ένα πιστόλι από τον Δ, όχι με σκοπό να το χρησιμοποιήσει, αλλά για να νιώθει σιγουριά σε περίπτωση που ο Β προβάλει αντίσταση. Πράγματι, ο Γ βρίσκει τον Β, τον σπάει στο ξύλο, δεν χρησιμοποιεί το όπλο, ωστόσο ο Β πεθαίνει από τον ξυλοδαρμό.
Οι Α και Γ καταδικάζονται από πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο Γ ασκεί έφεση κατά της απόφασης, ωστόσο αυτή απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη για τον λόγο ότι ο Γ δεν εμφανίστηκε, παρότι είχε κλητευθεί νομίμως. Ο Γ ασκεί αναίρεση κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου 20 μέρες μετά την καθαρογράφηση της απόφασης και 15 μέρες μετά την επίδοση της απόφασης σε αυτόν.
Ερωτάται
1. Αξιόποινο των Α, Γ, Δ ή όχι και γιατί;
2. Αρμόδιο δικαστήριο να δικάσει τους Α και Γ;
3. Είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης που ασκεί ο Γ;
Φεβρουάριος 2012 (Κλιμάκιο Α΄)
Ιστορικό
Σε κάποιο χωριό της ελληνικής επαρχίας, μεταξύ των οικογενειών Χ και Ψ επικρατεί άσβεστο προαιώνιο μίσος. Την ώρα δε που ο Α, μέλος της οικογένειας Χ, βόσκει τα πρόβατά του, αντιλαμβάνεται τη Β, μέλος της αντίπαλης οικογένειας, να διέρχεται από το πλησίον μονοπάτι. Τότε ο Α (ο οποίος δεν πάσχει από οποιαδήποτε ψυχική ασθένεια), στη θέα και μόνο της Β, εξοργίζεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε αρπάζει μια μεγάλη πέτρα και, χωρίς καθόλου να σκέπτεται ούτε τι πάει να κάνει ούτε ποιες θα είναι οι συνέπειες της πράξεώς του, επιτίθεται με αυτή για να σκοτώσει τη Β (η οποία μάλιστα βρίσκεται σε κατάσταση προχωρημένης εμφανούς εγκυμοσύνης). Πράγματι ο Α, εξακολουθώντας να διατελεί υπό καθεστώς ταραχής, ρίχνει στο έδαφος τη Β και τη χτυπάει με την πέτρα στο κεφάλι, ο δε θάνατός της παρεμποδίζεται τελικώς από τον γιγαντόσωμο Γ, αδελφό της Β, ο οποίος επιτίθεται με γροθιές κατά του Α και έτσι τον απομακρύνει από τη Β. Από τον θυμό του όμως και τη συνεπακόλουθη ταραχή του (λόγω της επιθέσεως κατά της αδελφής του), ο Γ συνεχίζει να καταφέρει χτυπήματα κατά του Α ακόμη και όταν η αντίσταση του τελευταίου έχει εξουδετερωθεί. Έτσι ο Α πέφτει αναίσθητος, προκαλείται δε σ’ αυτόν κρανιοεγκεφαλική κάκωση, από την οποία θα μπορούσε να προκληθεί ακόμη και εγκεφαλική παράλυση (ενδεχόμενο το οποίο τελικώς δεν πραγματώθηκε). Αντίθετα, από τα χτυπήματα του Α κατά της Β η τελευταία μένει διά βίου παράλυτη. Παράλληλα, από την επίθεση προξενείται βίαιη διακοπή της κυήσεώς της και ο θάνατος του κυοφορούμενου τέκνου της, γεγονός το οποίο ο Α όφειλε και θα μπορούσε να είχε προβλέψει.
Τελικώς ο Α συλλαμβάνεται από την αστυνομία και ζητεί να απολογηθεί παρουσία δικηγόρου. Οι αστυνομικοί όμως του απαντούν ότι στο παρόν δικονομικό στάδιο δεν προβλέπεται παρουσία δικηγόρου και τον εξετάζουν ανωμοτί ως μάρτυρα. Στην εξέτασή του αυτή ο Α περιγράφει τα γεγονότα όπως ακριβώς έγιναν. Στη συνέχεια ο Α παραπέμπεται στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, καταδικάζεται σε πρώτο βαθμό και ασκεί έφεση. Ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ο συνήγορος του Α ζητεί να υποβάλει ερωτήσεις σε εξεταζόμενο μάρτυρα, ο Πρόεδρος όμως απορρίπτει το αίτημα με το αιτιολογικό ότι ο μάρτυρας έχει ήδη διαφωτίσει πλήρως το δικαστήριο. Επίσης ο Α ισχυρίζεται στο ακροατήριο ότι επετέθη στη Β επειδή εκείνη επιχειρούσε να του αφαιρέσει ένα πρόβατο. Το δικαστήριο τότε αναγιγνώσκει την κατάθεση του Α ενώπιον των αστυνομικών αρχών (χωρίς ο τελευταίος να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση) και μετά ταύτα καταδικάζει τον Α, απορρίπτοντας τον προαναφερθέντα ισχυρισμό του με επίκληση της καταθέσεως αυτής, επιβάλλει δε σ’ αυτόν μειωμένη ποινή σε σχέση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Κατόπιν αναιρέσεως από τον Α, η υπόθεση αναιρείται και παραπέμπεται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για νέα εκδίκαση, όπου όμως ο Α δεν εμφανίζεται, παρόλο που έχει νομίμως κλητευθεί.
Ερωτάται
1. Ποινική ευθύνη των Α και Γ και γιατί;
2. Ιδρύεται ή όχι λόγος αναιρέσεως:
α) από την άρνηση του Προέδρου να επιτρέψει την εξέταση του μάρτυρα από τον συνήγορο και
β) από την ανάγνωση της καταθέσεως του Α στο ακροατήριο;
3. Τι θα αποφασίσει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στη μετ’ αναίρεσιν εκδίκαση της υποθέσεως εν όψει της απουσίας του Α από το ακροατήριο;
Απαντήσεις
Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.
Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.
Στοιχεία εξέτασης
- Μάθημα: Εφαρμογές Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας
- Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΙΟΥΝ 2010 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
- Σειρά: Α (Κλιμάκιο Α)
- Μορφή εξέτασης: Άγνωστο
- Διανομή: Άγνωστο
- Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

