Πολιτική Δικονομία ΙΙ – Σεπτέμβριος 2016 (Κλιμάκιο Μ-Ω)

Θέμα 1

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή κατά των Β και Γ στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 30.000 € από ενδοσυμβατική ευθύνη (αμοιβή από σύμβαση έργου) και το ποσό των 40.000 € από αδικοπραξία (κλοπή κατά συναυτουργία). Το δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην του Β και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη για το ποσό των 15.000 € και 30.000 € αντίστοιχα. Ο Β άσκησε έφεση κατά της απόφασης, την οποία έστρεψε κατά του Α και του Γ, και ζήτησε να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του Α. Ο Α άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης, την οποία έστρεψε κατά του Γ, και ζήτησε, επικαλούμενος κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του. Έφεση κατά της ως άνω απόφασης άσκησε και ο Γ κατά του Α, επικαλούμενος κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή του Α εν όλω. Την ημέρα της δικασίμου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Β παραστάθηκε με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ως προς την έφεσή του, ενώ τους άλλους διαδίκους Α και Γ εκπροσώπησαν πληρεξούσιοι δικηγόροι και στις τρεις ως άνω εφέσεις. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκδικάζοντας την έφεση του Γ, δέχθηκε ότι ο Α δεν νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της αγωγής ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη του Γ και, εξαφανίζοντας την απόφαση, απέρριψε την αγωγή του Α ως απαράδεκτη ως προς την αξίωση αυτή, ενώ ως προς την απαίτηση από αδικοπραξία απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος Γ ως ουσία αβάσιμη. Επίσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις εφέσεις του Β και του Α ως ουσία αβάσιμες. Ο Α επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Γ με επίδοση αντιγράφου του απογράφου της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και επιταγής προς εκούσια συμμόρφωσή του.

Ερωτάται

α) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο ως προς την εκπροσώπηση του Β με την κατάθεση δήλωσης κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ;

β) Ορθώς απευθύνεται η έφεση του Β κατά του Γ;

γ) Αν ο Α ζητούσε να απορριφθεί η έφεση του Β, επειδή δεν περιείχε κανέναν λόγο έφεσης, και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόταν τον ισχυρισμό αυτό και απέρριπτε την έφεση του Β ως απαράδεκτη, θα έπραττε ορθώς;

δ) Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου ως προς την έφεση του Γ κατά το σκέλος που απέρριψε την αγωγή του Α για την ενδοσυμβατική ευθύνη ως απαράδεκτη;

ε) Πώς μπορεί να προστατευθεί ο Γ κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης του Α και τι μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ανακοπής με βάση τα πραγματικά περιστατικά του πρακτικού;

Θέμα 2

Ιστορικό

Ο Α άσκησε αγωγή κατά του Β στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 50.000 € από αδικοπραξία (σωματική βλάβη) κατά την κύρια βάση της και επικουρικώς σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ταυτόχρονα ο Α άσκησε άλλη αγωγή κατά του Β στο ίδιο δικαστήριο, ζητώντας το ποσό των 30.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης του Α. Το δικαστήριο, συνεκδικάζοντας τις δύο αγωγές, απέρριψε την πρώτη κατά την κύρια βάση της ως ουσία αβάσιμη και την επικουρική βάση ως μη νόμιμη, ενώ ανέστειλε την εκδίκαση της δεύτερης αγωγής ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το ποινικό δικαστήριο επί της μήνυσης που είχε ασκήσει ο Α. Ο Α άσκησε έφεση κατά της οριστικής απόφασης που απέρριψε την αγωγή από αδικοπραξία και ισχυρίστηκε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ προσέβαλε και την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι κακώς ανεστάλη η δίκη μέχρι την έκδοση της ποινικής απόφασης από το ποινικό δικαστήριο, εφόσον υπάρχουν πλείστα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη συκοφαντική δυσφήμηση του Β, ζητώντας να εξαφανιστεί η απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή του. Αργότερα άσκησε εμπρόθεσμα πρόσθετο λόγο έφεσης, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής του για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο Β, εφεσίβλητος, υπέβαλε με τις προτάσεις του τον ισχυρισμό ότι ο Α με τη συμπεριφορά του δεν περιόρισε τη ζημία του από την σε βάρος του αδικοπραξία, με την αναφορά των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, ενώ είχε ασκήσει νόμιμα και εμπρόθεσμα αντέφεση για την απόρριψη της αγωγής του Α ως προς το κεφάλαιο της αδικοπραξίας, ισχυριζόμενος ότι η αγωγή του Α έπρεπε να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.

Ερωτάται

α) Είναι παραδεκτή η έφεση του Α κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τις δύο αγωγές;

β) Παραδεκτώς ασκείται ο πρόσθετος λόγος έφεσης του Α;

γ) Είναι παραδεκτός ο ως άνω ισχυρισμός που υπεβλήθη από τον Β στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο;

δ) Τι θα αποφασίσει το δικαστήριο για την αντέφεση του Β;

Θέμα 3

Ιστορικό

Η ανώνυμη κατασκευαστική εταιρία Ε ασκεί κατά του Β αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο με αίτημα την καταβολή της εργολαβικής της αμοιβής, ύψους 200.000 €. Στην εκκρεμή δίκη παρεμβαίνει υπέρ της Ε ο μέτοχός της Μ. Οι Ε, Β και Μ καταθέτουν εμπρόθεσμα προτάσεις. Ο Β με το δικόγραφο των προτάσεων επικαλείται εικονικότητα της σύμβασης έργου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίπτει την παρέμβαση του Μ ως απαράδεκτη, κρίνει κατ’ ουσίαν ότι καταρτίστηκε σύμβαση έργου, απορρίπτει την ένσταση της εικονικότητας ως αβάσιμη και δέχεται εν μέρει την αγωγή της Ε, επιδικάζοντας σ’ αυτήν ποσό 100.000 €. Το δικαστήριο κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 50.000 €. Ο Β ασκεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, την οποία στρέφει κατά της Ε, ισχυριζόμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής. Κατά την εκδίκαση της έφεσης η Ε ισχυρίζεται ότι αυτή ασκείται απαραδέκτως, διότι δεν έχει στραφεί και κατά του Μ. Ισχυρίζεται επίσης ότι σε κάθε περίπτωση ο Β της οφείλει το ποσό των 200.000 € επί τη βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ο Β, με το δικόγραφο των προτάσεών του προς υποστήριξη της έφεσής του, προβάλλει εκ νέου την ένσταση της εικονικότητας. Στη συνέχεια η Ε επιδίδει στις 05.04.2016 στον Β αντίγραφο του απογράφου της πρωτόδικης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση για ποσό 100.000 € και στις 08.04.2016 κατάσχει ένα ακίνητο του Β.

Ερωτάται

α) Τι θα αποφανθεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επί των ισχυρισμών της Ε;

β) Θα μπορούσε ο Μ να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης;

γ) Είναι παραδεκτή η επίκληση της εικονικότητας ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με το δικόγραφο των προτάσεων;

δ) Είναι έγκυρη η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση κατά του Β; Εάν όχι, ποιες πράξεις, με ποιον τρόπο και για ποιους λόγους θα μπορούσε να προσβάλει ο Β;

Οδηγίες εξέτασης

Από τα τρία θέματα να απαντηθούν τα δύο.

Απαντήσεις

Δεν διατίθενται απαντήσεις επί του παρόντος.

Μπορείτε να στείλετε τις ενδεικτικές απαντήσεις σας, κάνοντας μία συνεισφορά.

Στοιχεία εξέτασης

  • Μάθημα: Πολιτική Δικονομία ΙΙ
  • Ημερομηνία εξέτασης: 15 ΣΕΠ 2016 (η ακριβής ημέρα δεν είναι γνωστή)
  • Σειρά: Β (Κλιμάκιο Μ-Ω)
  • Μορφή εξέτασης: Γραπτά
  • Διανομή: Φωτοτυπία
  • Εξεταστές: Πολυζωγόπουλος, Πανταζόπουλος, Τσικρικάς, Τριανταφύλλου
  • Πηγή: nomowiki.gr (σελίδα μαθήματος)

Το υλικό αυτό προέρχεται από το nomowiki.gr. Το κείμενο επιμελήθηκε η ομάδα του Ponder (ορθογραφία, στίξη, μορφοποίηση), χωρίς αλλαγές στην ουσία.