Θέμα 1
Ανάκληση ή μεταρρύθμιση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων.
Θέμα 2
Η Τράπεζα Α ύστερα από αίτηση και προσκομιδή των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων πέτυχε τον Ιούνιο 2021 την έκδοση μιας διαταγής πληρωμής κατά του Β με την οποία υποχρεωνόταν αυτός να καταβάλει στην Α το ποσό των 50.000 ευρώ από σύμβαση δανείου. Η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον Β, ο οποίος άσκησε ανακοπή εναντίον της επικαλούμενος ως λόγους, α) ότι η σχετική αίτηση ήταν αόριστη, διότι δεν εκθέτει ούτε το χρόνο, ούτε τους όρους σύναψης του δανείου, ούτε το χρόνο αποπληρωμής του ως άνω ποσού, β) ότι η απόδοση του ποσού του δανείου είχε συμφωνηθεί με την τράπεζα να γίνει στις 20-5-2022 και όχι τον Μάιο 2021, γ) ότι εν πάση περιπτώσει, μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής προέβη στην τμηματική εξόφληση μέρους του ως άνω δανείου εκ ποσού 20.000 ευρώ με αναφορά συγκεκριμένων ποσών και ημερομηνιών. Στη δίκη της ως άνω ανακοπής, η τράπεζα αντικρούοντας τον ως άνω δεύτερο λόγο φοβούμενη μήπως αυτός γίνει δεκτός και εξαφανιστεί η διαταγή πληρωμής ισχυρίστηκε ότι ο Β έχει αναγνωρίσει αφηρημένα την οφειλή του προς αυτήν. Το δικαστήριο δικάζοντας την ως άνω ανακοπή απέρριψε αυτήν δεχόμενο ότι η απαίτηση της Α έχει αναγνωριστεί από τον Β.
Ερωτάται:
- Θα ήταν βάσιμοι και παραδεκτοί οι ως άνω λόγοι ανακοπής του Β;
- Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου που απέρριψε την ανακοπή με την πιο πάνω αιτιολογία;
- Αν η ανακοπή γινόταν δεκτή και ακυρωνόταν η διαταγή πληρωμής και ο Β είχε εν τω μεταξύ καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ, θα μπορούσε να ασκήσει αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να αναζητήσει το ποσό;
Θέμα 3
Ο Α υπέβαλε ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου αίτηση για κήρυξη του Β σε πτώχευση (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας). Διατηρεί απαίτηση κατ’ αυτού, που είναι ληξιπρόθεσμη. Στην αίτηση εκτίθεται ότι ο Β έχει παύσει τις πληρωμές του με στοιχεία γενικότητας και μονιμότητας. Ο Β δεν παρέστη στη δίκη, καίτοι κλητεύθηκε νομότυπα στη συζήτηση της αιτήσεως δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο. Ο Γ, που επίσης διατηρεί απαίτηση κατά του Β, άσκησε παρέμβαση κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο με απλή προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ζητώντας την απόρριψη της αιτήσεως πτωχεύσεως λόγω μη συνδρομής των σχετικών προϋποθέσεων. Με τις προτάσεις του, που κατέθεσε κατά την ημέρα της συζητήσεως, ως προβλέπεται κατά νόμο, ο Α προέβη σε συγκεκριμενοποίηση της αιτήσεώς του με την έκθεση γεγονότων, που καθιστούν ορισμένη την αίτησή του. Το δικαστήριο, συνάγοντας τεκμήριο ομολογίας ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων κηρύξεως της πτωχεύσεως λόγω της απουσίας του Β, εξέδωσε απόφαση με την οποία δέχθηκε την αίτηση του Α, κηρύσσοντας την πτώχευση του Β και απέρριψε την παρέμβαση του Γ ως απαράδεκτη.
Ερωτάται:
- Τι είδους παρέμβαση άσκησε ο Γ στη δίκη; Ορθώς απορρίφθηκε από το δικαστήριο;
- Παραδεκτώς προέβη σε συγκεκριμενοποίηση της αιτήσεώς του ο Α;
- Ορθώς έκρινε το δικαστήριο που, συνεπεία της απουσίας του Β, συνήγαγε τεκμήριο ομολογίας αυτού ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων κηρύξεως της πτωχεύσεώς του;
- Πώς μπορεί να προστατευθεί ο Β κατά της αποφάσεως που κήρυξε την πτώχευση αυτού;
Να δοθούν απαντήσεις στα δύο από τα τρία θέματα.

