Θέμα 1
Η ανώνυμη εταιρία Α αδυνατεί να ανταποκριθεί στις χρηματικές της υποχρεώσεις. Μετά από μερικούς μήνες αναμονής ο προμηθευτής Β ζήτησε να κηρυχθεί η Α σε πτώχευση με κατάθεση σχετικής αιτήσεως. Κατά νόμο τηρείται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Στη δίκη άσκησε παραδεκτώς παρέμβαση η εταιρία Γ που επίσης διατηρεί αξιώσεις κατά της Α. Ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση. Όπως ισχυρίσθηκε, η Α μπορεί να ανακάμψει και δεν έχει παύσει τις πληρωμές της, όπως απαιτεί ο νόμος για την κήρυξη πτώχευσης. Με τις προτάσεις του, που κατέθεσε κατά την ημέρα της συζητήσεως ως προβλέπεται κατά νόμο, ο προμηθευτής Β προέβη σε συγκεκριμενοποίηση της αιτήσεώς του με την έκθεση γεγονότων που καθιστούν ορισμένη την αίτησή του.
Το δικαστήριο αρνήθηκε να λάβει υπόψιν του προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση του Β ενώπιον Ειρηνοδίκη με την αιτιολογία ότι δεν κλητεύθηκε για την λήψη της η Α.
Από τις μαρτυρικές αποδείξεις και από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ύπαρξη της απαιτήσεως του Β και της εταιρίας Γ κατά της Α. Επιπροσθέτως, θεώρησε ότι υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις για την κήρυξη της Α σε πτώχευση. Ως εκ τούτου εξέδωσε απόφαση με την οποία η Α κηρύχθηκε σε πτώχευση. Σημειώνεται ότι το δικαστήριο δεν διαπίστωσε κλήτευση της Α να παραστεί στη δίκη της πτωχεύσεως, δέχθηκε όμως ότι αυτό δεν αποτελεί κώλυμα για την έκδοση αποφάσεως.
Ερωτάται:
- Είναι ορθή η θέση του δικαστηρίου ότι μπορεί να προβεί σε έκδοση αποφάσεως καίτοι δεν κλητεύθηκε στη δίκη η Α;
- Τι είδους παρέμβαση άσκησε η Γ στην δίκη;
- Ορθώς δεν έλαβε υπόψιν του το δικαστήριο την ένορκη βεβαίωση του Β;
- Παραδεκτώς προέβη σε συγκεκριμενοποίηση της αιτήσεώς του ο Β;
- Τι μπορεί να πράξει η Α σε σχέση με την εκδοθείσα απόφαση;
- Δημιουργείται δεδικασμένο από τη διαπίστωση του δικαστηρίου για την ύπαρξη απαιτήσεων του Β και της Γ κατά της Α;
Θέμα 2
Στις 5.5.2018 απεβίωσε ο Κ στη Θεσσαλονίκη, όπου και κατοικούσε μόνιμα προ του θανάτου του, αφήνοντας μόνους εγγύτερους συγγενείς τους αδελφούς του Α και Β. Με την από 2/1/2017 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με το από 10.5.2018 πρακτικό του αρμόδιου δικαστηρίου, φέρεται ο Κ να εγκαθιστά τον αδελφό του Α μοναδικό κληρονόμο του, σε ολόκληρη την περιουσία του, δηλαδή σε τρία διαμερίσματα μεγάλης αξίας στην Αθήνα. Πλην όμως, ο Β, έτερος αδελφός του Κ, ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω διαθήκη είναι ολοφάνερα πλαστή, τόσο ως προς το περιεχόμενό της, όσο και ως προς την υπογραφή που φέρει, όπως βεβαιώνεται και από σχετική έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης ειδικού δικαστικού γραφολόγου. Έτσι, ο Β, προτιθέμενος να διεκδικήσει δικαστικώς το μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας που του αναλογεί, ως ένας από τους δύο εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Κ, με αίτηση κατά του Α, την οποία απηύθηνε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση των ακινήτων, «αφού συντρέχει άμεσος κίνδυνος χειροτερεύσεως αυτών ή και απώλειας των καρπών τους ή και απώλειας του τιμήματος αυτών σε περίπτωση εκποιήσεώς τους.» Επί της πιο πάνω αιτήσεως του Β, που εκδικάστηκε χωρίς την κλήτευση του καθ’ου (Α), όπως έκρινε σχετικά ο αρμόδιος κατ’ άρθρο 686 παρ.2 ΚΠολΔ δικαστής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 100/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η δικαστική μεσεγγύηση των πιο πάνω ακινήτων.
Ερωτάται:
- Πώς θα μπορούσε ο Β να είχε προστατευθεί αποτελεσματικά έναντι του κινδύνου εκποιήσεως των κληρονομιαίων ακινήτων (από τον Α) έως την έκδοση της πιο πάνω αποφάσεως;
- Είναι ορθή η απόφαση του δικαστηρίου, στο μέτρο που δεν διατάχθηκε το αιτηθέν από τον Β ασφαλιστικό μέτρο;
- Νομίμως συζητήθηκε η πιο πάνω αίτηση χωρίς να κλητευθεί ο Α;
- Μπορεί ο Α να ασκήσει κάποιο ένδικο βοήθημα κατά της υπ’ αριθμ. 100/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με ποιες προϋποθέσεις;
- Πώς θα εκτελεστεί η απόφαση που διέταξε τη δικαστική μεσεγγύηση των ακινήτων;
Θέμα 3
- Το δεδικασμένο των αποφάσεων των ασφαλιστικών μέτρων.
- Αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής.
- Εισαγωγή και εκδίκαση αγωγής με εσφαλμένη διαδικασία.
Θα δοθούν απαντήσεις στα δύο από τα τρία θέματα

